Πέμπτη 27 Μαρτίου 2008

DNA-Rna-πρωτεϊνικός





Το DNA φέρνει τις γενετικές πληροφορίες ενός κυττάρου και αποτελείται από χιλιάδες γονίδια. Κάθε γονίδιο χρησιμεύει ως μια συνταγή στο πώς να χτίσει ένα πρωτεϊνικό μόριο. Οι πρωτεΐνες εκτελούν τους σημαντικούς στόχους για τις λειτουργίες κυττάρων ή χρησιμεύουν ως οι δομικές μονάδες. Η ροή πληροφοριών από τα γονίδια καθορίζει την πρωτεϊνική σύνθεση και με αυτόν τον τρόπο οι λειτουργίες του κυττάρου.

Το DNA είναι τοποθετημένο στον πυρήνα, που οργανώνεται στα χρωμοσώματα. Κάθε κύτταρο πρέπει να περιέχει τις γενετικές πληροφορίες και το DNA επομένως αναπαράγεται προτού να διαιρέσει ένα κύτταρο (αντένσταση). Όταν οι πρωτεΐνες απαιτούνται, τα αντίστοιχα γονίδια μεταγράφονται στο RNA (μεταγραφή). Το RNA υποβάλλεται σε επεξεργασία αρχικά έτσι ώστε τα μέρη μη-κωδικοποίησης αφαιρούνται (επεξεργασία) και μεταφέρονται έπειτα από τον πυρήνα (μεταφορά). Έξω από τον πυρήνα, οι πρωτεΐνες χτίζονται βασισμένος στον κώδικα στο RNA (μετάφραση).

Το έγγραφο έχει δύο επίπεδα, βασικός και προηγμένος. Αυτή η σελίδα είναι μια εισαγωγή και στα δύο επίπεδα. Αρχίζετε στο βασικό επίπεδο, κατόπιν μπορείτε να προωθήσετε εάν θέλετε περισσότεροι και τις βαθύτερες πληροφορίες.

DNA ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΤΤΑΡΟ

Για να κατανοήσει κανείς την ιδέα των μικροσυστοιχιών θα πρέπει να
ανατρέξει στις θεμέλιες αξίες της μοριακής βιολογίας
Το δίκλωνο μόριο DNA μπορεί να ξεδιπλωθεί σε δυο συμπληρωματικές
αλυσίδες, η κάθε μια από τις οποίες χρησιμεύει ως μήτρα για την άλλη όταν το
μόριο πολλαπλασιάζεται (εικόνα 1)
1a
1b
Εικόνα 1a: DNA και τα κομμάτια κατασκευής του
Εικόνα 1b: Η διπλή έλικα του DNA δρα ως μήτρα του εαυτού της
Μέσα στον πυρήνα, το DNA είναι πακεταρισμένο με ειδικές πρωτεΐνες για να
φτιάξει τα χρωμοσώματα. Ο γενετικός κώδικας βρίσκεται στην αλληλουχία
των νουκλεοτιδικών βάσεων: αδενίνη, κυτοσίνη, γουανίνη και θυμίνη (A, C, G
και T) κατά μήκος του μορίου DNA. Σε ένα γονίδιο, συνεχόμενες τριπλέτες
βάσεων (κωδικόνια) καθορίζουν τη σειρά στην οποία τα αμινοξέα συνδέονται
να δημιουργήσουν μια πρωτεΐνη. Όταν οι επιστήμονες λένε ότι έχουν
χαρτογραφήσει το γονιδιώματα ενός οργανισμού σημαίνει ότι έχουν καταφέρει
να διαβάσουν τη σειρά των νουκλεοτιδίων σε ένα μόριο DNA. Οι επιστήμονες
έχουν ένα προσχέδιο του ανθρώπινου γονιδιώματος (3 δισεκατομμύρια
νουκλεοτίδια) και γνωρίζουν ότι 2.5 δισεκατομμύρια δεν είναι γονίδια!
Όταν ένα γονίδιο εκφράζεται, το DNA χρησιμοποιείται ως μήτρα για τη
μεταγραφή μιας συμπληρωματικής αλυσίδας του μονόκλωνου νουκλεϊκού
οξέος RNA. Στα περισσότερα γονίδια, η κωδική αλληλουχία χωρίζεται από μη
κωδικές αλληλουχίες που ονομάζονται ιντρόνια, τα οποία κόβονται και
«ματίζονται» μετά την μεταγραφή. Το αγγελιοφόρο RNA (messenger RNA,
mRNA) μεταφέρεται στη συνέχεια στα ριβοσώματα στο κυτταρόπλασμα, όπου
το μήνυμα μετατρέπεται σε πρωτεΐνες (εικόνα 2)
2a
2b
Εικόνα 2α: Το μονοπάτι από DNA σε πρωτεΐνη
Εικόνα 2b: Περίληψη των βημάτων από γονίδιο σε πρωτεΐνη σε ευκαρυωτικά
κύτταρα και βακτήρια
Παλιότερα, οι επιστήμονες ενδιαφέρονταν κυρίως για μερικά γονίδια. Τεχνικά
εμπόδια και ζητήματα κόστους έκαναν απαγορευτική τη μελέτη πολλών
γονιδίων ταυτόχρονα. Η δημιουργία των DNA μικροσυστοιχιών τους βοήθησε
να ξεπεράσουν το εμπόδιο αυτό. Από τα μέσα του 1990, οι επιστήμονες
κατόρθωσαν να παρακολουθήσουν την έκφραση όλων των γονιδίων μιας
ομάδας κυττάρων ή ολόκληρου του οργανισμού. Και, παρακολουθώντας την
έκφραση όλων των γονιδίων μια δεδομένη χρονική στιγμή, οι επιστήμονες
δημιούργησαν μια νέα θεώρηση του πως λειτουργούν τα κύτταρα και
απαντούν σε διαφορετικά ερεθίσματα, όπως είναι η αλλαγή του
περιβάλλοντος, η έλλειψη θρεπτικών υλικών ή ακόμα και η ασθένεια.

DNA

DNA

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τρισδιάστατη απεικόνιση της δομής ενός τμήματος DNA
Τρισδιάστατη απεικόνιση της δομής ενός τμήματος DNA

Το δε(σ)οξυριβο(ζο)νουκλεϊ(νι)κό οξύ (Deoxyribonucleic acid - DNA) είναι ένα νουκλεϊκό οξύ που περιέχει τις γενετικές πληροφορίες που καθορίζουν τη βιολογική ανάπτυξη όλων των κυτταρικών μορφών ζωής και των περισσοτέρων ιών. Το DNA συνήθως έχει τη μορφή διπλής έλικας.

Η αποκωδικοποίηση του DNA, η αποσαφήνιση δηλαδή του τρόπου με τον οποίο η δομή του DNA καθορίζει συγκεκριμένες γενετικές επιλογές, επέτρεψε στους επιστήμονες να κατανοήσουν καλύτερα την γενετική της ζωής και την κληρονόμηση ορισμένων χαρακτηριστικών και νόσων. Επειδή το DNA στα ορισμένα του σημεία είναι ξεχωριστό στον κάθε άνθρωπο, έχουν αναπτυχθεί μέθοδοι βασιζόμενες στην ταυτοποίηση του DNA και βρίσκουν εφαρμογή στην Ιατροδικαστική και στην Εγκληματολογία καθώς επίσης και στην αποσαφήνιση οικογενειακών σχέσεων μεταξύ ατόμων. Τα τελευταία χρόνια γίνεται η πιο εντατική η χρήση του DNA και στις μελέτες της ιστορίας και της ανθρωπολογίας.

Η ανακάλυψη της δομής του DNA πραγματοποιήθηκε το 1953 από τους Τζέιμς Γουάτσον (James D. Watson) και Φράνσις Κρικ (Francis Creek). Από πολλούς η ανακάλυψη της διπλής έλικας του DNA θεωρείται ως η μεγαλύτερη βιολογική ανακάλυψη του 20ου αιώνα. Για τη συνεισφορά τους στη μελέτη της δομής του DNA, οι Γουάτσον και Κρικ μοιράστηκαν το 1962 το Βραβείο Νόμπελ με τον Μόρις Γουίλκινς, ο οποίος εργάστηκε προς την ίδια κατεύθυνση.

[Επεξεργασία] Η δομή του DNA

Πρόκειται για μια μεγαλομοριακή ένωση που συγκροτείται από αζωτούχες-πρωτεϊνικές βάσεις, φωσφορικές ρίζες και ένα σάκχαρο με πέντε άτομα άνθρακα (πεντόζη). Βρίσκεται συγκεντρωμένο κυρίως μέσα στον πυρήνα του κυττάρου αλλά και σε μερικά άλλα όργανίδια, όπως τα μιτοχόνδρια και τα πλαστίδια, επιτρέποντάς τους να αναπαράγονται αυτόνομα (ημιαυτόνομα οργανίδια). Είναι ο φορέας των γενετικών πληροφοριών του κυττάρου, όχι μόνον με την έννοια της μεταβίβασης χαρακτηριστικών, αλλά και της ρύθμισης της φυσιογνωμίας εξειδίκευσης κάθε κυττάρου για την επιτέλεση των ιδιαίτερων λειτουργιών του.

Η διαμόρφωση των μεγάλων μορίων του DNA στο χώρο έχει τη μορφή δύο επιμήκων αλύσεων, οι οποίες συστρέφονται ελικοειδώς μεταξύ τους. Οι πρωτεϊνικές βάσεις του είναι τέσσερις:

Οι πρωτεϊνικές βάσεις, ανάλογα με την σειρά αλληλουχίας τους σε τριάδες, κωδικοποιούν το μήνυμα για τη μεταφορά των αμινοξέων του κυττάρου στα ριβοσώματα. Εκεί τα αμινοξέα συνθέτουν, με τη σειρά κατά την οποία μεταφέρθηκαν στο ριβόσωμα τις διαφορετικές πρωτεΐνες.

[Επεξεργασία] Η ιστορία της έρευνας γύρω από το DNA

Τρισδιάστατη απεικόνιση του μοντέλου ελικοειδούς δομής ενός τμήματος DNA
Τρισδιάστατη απεικόνιση του μοντέλου ελικοειδούς δομής ενός τμήματος DNA

Η ανακάλυψη ότι το DNA είναι ο φορέας της γενετικής πληροφορίας είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς επιστημονικών ερευνών που διήρκεσε πολλά χρόνια. Ενώ η ύπαρξη του στον πυρήνα των κυττάρων πιστοποιήθηκε ήδη από το 1869, ήταν στα μέσα του 20ου αιώνα που οι ερευνητές ξεκίνησαν να υποθέτουν ότι μπορεί να αποθηκεύει γενετική πληροφορία.

Τα νουκλεϊκά οξέα ανακαλύφθηκαν το 1869 από τον Φρίντριχ Μίσερ. Ο Μίσερ ανακάλυψε μέσα σε πυρήνες κυττάρων την ύπαρξη μιας ουσίας με συγκεκριμένη όξινη αντίδραση. Την ουσία αυτή ονόμασε νουκλεϊνη (από το λατινικό nucleus που σημαίνει πυρήνας). Λίγο αργότερα απομόνωσε από το σπέρμα σολωμού δείγμα της ουσίας που σήμερα αποκαλούμε DNA και το 1889 ο μαθητής του Ρίτσαρντ Άλτμαν την ονόμασε νουκλεϊκό οξύ.

Την ίδια περίπου εποχή ο μοναχός Γκρέγκορ Μέντελ ανακάλυπτε τους νόμους της Γενετικής. Πέρασαν όμως 75 χρόνια προκειμένου να φανεί ότι η ανακάλυψη του Μίσερ αποτελούσε τη μοριακή βάση της ανακάλυψης του Μέντελ.

Σημαντικό ρόλο στην ανακάλυψη του γενετικού ρόλου του DNA είχε τo βακτήριο του πνευμονιόκοκκου. Το 1928 ο Φρεντ Γκρίφιθ χρησιμοποίησε δύο στελέχη του συγκεκριμένου βακτηρίου (Diplococcus pneumoniae), τα οποία ξεχωρίζουν μορφολογικά όταν καλλιεργηθούν σε θρεπτικό υλικό. Πιο συγκεκριμένα, συνηθίζεται να αναφερόμαστε:

  • στο λείο βακτήριο (συμβολίζεται με S από το λατινικό smooth = λείος) επειδή δημιουργεί λείες αποικίες ενώ ταυτόχρονα είναι παθογόνο, και
  • στο αδρό βακτήριο (συμβολίζεται με R από το λατινικό rough = αδρός) επειδή δημιουργεί αδρές αποικίες και δεν είναι παθογόνο.

Ο Γκρίφιθ ανακάλυψε ότι το μη παθογόνο βακτήριο (R) μπορεί να μετατραπεί σε παθογόνο (S), χορηγώντας σε ένα ποντίκι ένα μείγμα βακτηρίων από ζωντανά αδρά βακτήρια και νεκρά λεία βακτήρια. Το μείγμα αποδείχτηκε παθογόνο, ενώ καθένα από τα συστατικά του από μόνο του δεν ήταν. Τόσο τα ζωντανά αδρά βακτήρια όσο και τα νεκρά λεία βακτήρια από μόνα τους δεν ήταν παθογόνα. Ο Γκρίφιθ συμπέρανε ότι με κάποιο τρόπο μερικά αδρά βακτήρια 'μετασχηματίστηκαν' σε λεία παθογόνα, χωρίς όμως να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για τον τρόπο που γίνεται κάτι τέτοιο.

Τρισδιάστατη απεικόνιση του μοντέλου ελικοειδούς δομής ενός τμήματος DNA
Τρισδιάστατη απεικόνιση του μοντέλου ελικοειδούς δομής ενός τμήματος DNA

Η απάντηση δόθηκε το 1944, όταν οι Όσβαλντ Άβερι, Κόλιν Μακλέοντ και Μακλίν Μακάρτι επανέλαβαν τα πειράματα του Γκρίφιθ σε δοκιμαστικό σωλήνα εργαστηρίου (in vitro). Ο Άβερι και οι συνεργάτες του διαχώρισαν τα διάφορα συστατικά των νεκρών λείων βακτηρίων σε υδατάνθρακες, πρωτεΐνες, RNA, DNA κ.α. και ερεύνησαν ποιο από αυτά μπορούσε να μετασχηματιστεί. Τα αποτελέσματά τους έδειξαν ότι το συστατικό που προκαλούσε το μετασχηματισμό των αδρών βακτηρίων σε λεία ήταν το DNA. Ένα τέτοιο εύρημα ήταν μία πολύ καλή ένδειξη ότι το DNA αποτελεί το γενετικό υλικό και αποτέλεσε την αρχή μιας επαναστατικής περιόδου για τις βιολογικές επιστήμες.

Σημείο σταθμό σε αυτή τη περίοδο αποτελεί η ανακάλυψη της δομής του DNA που πραγματοποιήθηκε το 1953 από τους Τζέιμς Γουάτσον και Φράνσις Κρικ, δύο βρετανούς ερευνητές που εργάζονταν στο Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ. Η ανακάλυψη τους, όμως, μάλλον θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως το αποτέλεσμα μιας σειράς σχετικών ερευνητικών δεδομένων, παρά ως μια μεμονωμένη 'επαναστατική' ανακάλυψη. Για παράδειγμα, από το 1948 ο Λίνους Πάουλινγκ είχε ανακαλύψει ότι αρκετές πρωτεϊνες περιλάμβαναν σχήματα με ελικοειδή δομή, πραγματοποιώντας πειράματα με χρήση ακτίνων Χ. Επίσης, από το 1947 ο Έρβιν Τσάργκαφ είχε παρατηρήσει κάτι χαρακτηριστικό: σε οποιοδήποτε δείγμα DNA, τo ποσοστό των νουκλεοτιδίων που έχουν ως αζωτούχο βάση την αδενίνη είναι ίσο με τo ποσοστό των νουκλεοτιδίων που έχουν ως αζωτούχο βάση την θυμίνη, ενώ τo ποσοστό των νουκλεοτιδίων που έχουν ως αζωτούχο βάση την γουανίνη είναι ίσο με τo ποσοστό των νουκλεοτιδίων που έχουν ως αζωτούχο βάση την κυτοσίνη.

Οι Γουάτσον και Κρικ βασίστηκαν ιδιαίτερα στην έρευνα της Ροζαλίν Φράνκλιν.Συγκεκριμένα, στηρίχθηκαν στα εξής:

  1. Μια φωτογραφία του DNA που ο Μορίς Γουΐλκινς είχε πάρει από το γραφείο της Φράνκλιν και την έδειξε στον Γουάτσον. Εκείνος αναγνώρισε τη διπλή έλικα, κάτι που τον στήριξε στη συνέχιση των ερευνών του.
  2. Οι μετρήσεις της Φράνκλιν στο κυτταρικό DNA όπως παρουσιάζονταν σε μια μη δημόσια έκθεση που είδε ο Κρικ.Έτσι αντιλήφθηκε ότι οι δύο έλικες του DNA κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις (είναι αντιπαράλληλες).

Η προσφορά της Φράνκλιν, που πέθανε σε μικρή ηλικία από καρκίνο των ωοθηκών λόγω των ραδιενεργών υλικών που χρησιμοποιούσε στη δουλειά της, αναγνωρίστηκε μετά το θάνατό της.

Τα αποτελέσματα των εργασιών των Γουάτσον και Κρικ ανακοινώθηκαν στις 25 Απριλίου 1953, στο περιοδικό Nature. Για τη συνεισφορά τους στη μελέτη της δομής του DNA, οι Γουάτσον και Κρικ μοιράστηκαν το 1962 το Βραβείο Νομπέλ με τον Μορίς Γουΐλκινς.

To 1957 οι Γουάτσον και Κρικ πρότειναν το κεντρικό δόγμα της μοριακής βιολογίας, στο οποίο περιγράφουν τη διαδικασία με την οποία παράγονται πρωτεΐνες από το DNA του πυρήνα.

Σημαντικά επίσης σημεία της έρευνας σχετικά με το DNA αποτελούν η ανακάλυψη του μηχανισμού σύνθεσης του DNA από τον Άρθουρ Κόρνμπεργκ το 1956 και η ανακάλυψη του γενετικού κώδικα από τον Μάρσαλ Νίρενμπεργκ το 1961.


Ζωικό κύτταρο - Φυτικό κύτταρο

Σύγκριση προκαρυωτικού και ευκαρυωτικού κυττάρου

Το μικροσκόπιο του εργαστηρίου μας



ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΑ